Το βιτριόλι του διαδικτύου μας

Το βιτριόλι του διαδικτύου μας


Τα κανάλια και οι δημοσιογράφοι, που σε αυτά τα θέματα ειδικεύονται, βρήκαν το story της χρονιάς. Η 35χρονη και η Ιωάννα. Το βιτριόλι. Ο άντρας που στάθηκε η αιτία του κακού. Η εμμονή. Και ένα like εξαιτίας του οποίου άρχισαν όλα. Δεν μιλάμε απλά για μια ιστορία άρρωστου πάθους, αλλά για ένα απερίγραπτο κολάζ από λεπτομέρειες. Βοηθά τα ΜΜΕ κι ότι οι πρωταγωνίστριες είναι γυναίκες: βρήκαν όλοι τη χαρά τους. Και περιμένουν ομολογίες και καταδίκες. Οι πρώτες δεν υπάρχουν, οι δεύτερες θα αργήσουν.

Το διαδικτυακό σπίρτο

Προσπαθώ παρακολουθώντας αυτή την ιστορία κι εγώ (έτσι κι αλλιώς από την πρώτη στιγμή είναι σαν να μας καταδιώκει λίγο πολύ όλους) να προβληματιστώ για πράγματα γενικότερα –  το ερωτικό πάθος που μπορεί να σε οδηγήσει σε πράγματα ακραία δεν είναι κάτι καινούργιο. Πάντα οι άνθρωποι ζήλευαν, είχαν εμμονές, μπορούσαν να χάσουν το μυαλό τους: ο κόσμος είναι γεμάτος από ιστορίες φρίκης. Αν εδώ υπάρχει κάτι που προκαλεί συζήτηση είναι ότι (καθώς φαίνεται) καθοριστικός παράγοντας για την δραματική εξέλιξη αυτής της ιστορίας είναι τα social media. Ως σημείο εκκίνησης αυτής της παράνοιας μοιάζει ένα αίτημα φιλίας κι ένα like. Το σπίρτο, λένε, είναι διαδικτυακό.  

Θα ενοχοποιήσουμε το διαδίκτυο γιατί γίνεται πεδίο έρευνας κάποιου που από ότι φαίνεται διακατέχεται από ψυχικά νοσήματα; Θα ήταν λάθος μεγάλο. Φυσικά και δεν φταίνε τα social media, αν κάποιος που έχασε το μυαλό του από το πάθος, ψάχνει φωτογραφίες και τσεκάρει τα like. Ισα ίσα που στην προκειμένη περίπτωση το πρόβλημα είναι του άλλου: θέλω να πω πως αν κάτι προκύπτει από αυτή την ιστορία είναι πως μοιάζει αδύνατο να προφυλαχτείς από κάποιον με εμμονές, αν και εφόσον έχεις αποφασίσει να έχεις μια ιστοσελίδα, να μοιράζεσαι φωτογραφίες, να δέχεσαι αιτήματα φιλίας και γιατί όχι να φλερτάρεις κιόλας. Που είναι το κακό;

Κάποιες εντελώς ανόητες σκέψεις

Με τρομάζει ότι αυτές οι ιστορίες προάγουν ένα παράξενο νεοσυντηρισμό, όπου προκύπτουν. Σε χρόνο ρεκόρ η συζήτηση γυρίζει ανάποδα και κατηγορείται το θύμα. Παύει να απασχολεί τον κόσμο η επικίνδυνη εμμονή του δράστη κι αρχίζουμε όλοι να συζητάμε για το αν μια σειρά από φωτογραφίες μπορεί να στάθηκαν αιτία για μια τραγωδία. Προβληματιζόμαστε (και χωρίς να το λέμε) για το αν η διαδικτυακή υπερέκθεση είναι τελικά επικίνδυνη: από αυτό το σημείο και μέχρι να καταλήξουμε πως μόνοι μας δημιουργούμε κινδύνους στον εαυτό μας γιατί απλά θέλουμε να τον προβάλουμε διαδικτυακά, η απόσταση είναι μικρή. Κι αν ακόμα αντισταθούμε στον πειρασμό να ασχοληθούμε με το αν η όποια Ιωάννα είναι όμορφη (και κατά συνέπεια καταραμένα προκλητική…), είναι μάλλον δύσκολο να μην αρχίσουμε να πιστεύουμε πως το βιτριόλι προέκυψε από τα ίδια τα social media – αυτά φταίνε. Θα σας παρακαλούσα να μην κάνετε τέτοιες σκέψεις: είναι εντελώς ανόητες.

Σε κάθε τέτοια ιστορία καταλήγουμε συχνά να δαιμονοποιούμε το πλαίσιο, ενώ το πρόβλημα είναι πάντα ο άρρωστος δράστης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση το αν αυτός είναι η μυστήρια εμμονική 35χρονη θα μας το πει η δικαιοσύνη – αν δεν είναι αυτή και είναι κάποιος άλλος ελπίζω να το μάθουμε. Όπως και να χει είναι κι ο δράστης ένα θύμα, αλλά όχι του διαδικτύου: της καταραμένης ψυχασθένειάς του, που τον παρακινεί να ξεπεράσει τα όρια. Η εμμονή που απέκτησε θα τον οδηγούσε έτσι κι αλλιώς σε κάτι ακραίο, αν δεν ζητούσε βοήθεια από τους ψυχολόγους ή τους κατάλληλους γιατρούς. Μπορεί να έκανε κακό στον εαυτό του ή στο ίδιο το αντικείμενο του πόθου του ή να ξεσπούσε σε μια άλλη Ιωάννα – όλα αυτά όμως τα προκαλεί η ψύχωση, όχι το διαδίκτυο. Και σίγουρα δεν φταίνε τα like, οι φωτογραφίες, η όποια υπερέκθεση. Κι αυτή η τελευταία, όσο υπερβολική κι αν είναι, δεν είναι τίποτα πιο πολύ από την πραγματικότητα των καιρών μας.

Ο πιο ανόητος και γελοίος σεξισμός

Εχουμε την τάση να αντιμετωπίζουμε την ομορφιά με μια παράξενη ηθικολογία – αποτέλεσμα ίσως και της όποιας ανατροφής μας που παραμένει χαοτική. Δεν είμαστε καθολικοί ώστε να πιστεύουμε σε ένα τιμωρό Θεό, αλλά δεν είμαστε και ορθόδοξοι ώστε να πιστεύουμε στο Θεό της Αγάπης. Κουβαλάμε το χριστιανισμό της μικροαστικότητάς μας. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας έβλεπαν με απορία και τρόμο τις γυναίκες να καπνίζουν ή να φορούν παντελόνια. Οι πατεράδες μας ίσως να απορούσαν με το θράσος της γυναίκας να φοράει μίνι φούστα – που κατά τα άλλα σίγουρα, ως μόδα, πολύ τους άρεσε. Εμείς παραμένουμε αιχμάλωτοι διάφορων ηθικολογικών θρησκευτικών αντιλήψεων κι ας μην εκκλησιαζόμαστε – αρκετοί από μας κρίνουμε και επικρίνουμε μια γυναίκα από το ντύσιμο της, την συμπεριφορά της, την άνεσή της. Όλα αυτά τα κάναμε και πριν το διαδίκτυο και το βιτριόλι του και φυσικά εξακολουθούμε να τα κάνουμε. Αποτελούν την έκφραση του  πιο ανόητου και ο πιο γελοίου σεξισμού μας και είναι μάλλον αδύνατο από αυτόν να γλυτώσουμε. Αλλά δεν φταίει για αυτό το δικαίωμα μιας γυναίκας να χαίρεται για την ομορφιά της: φταίει το μυαλό μας, που είναι έτοιμο να μοιράσει ετικέτες και να φτιάξει ιστορίες.

Όταν προκύπτει το κακό είμαστε έτοιμοι να παίξουμε το ρόλο των ισαποστάκηδων φαρισαίων υποκριτών: τρέμω για τις αθλιότητες που θα κυκλοφορούσαν αν στην ιστορία αυτή ο ύποπτος δράστης ήταν άντρας. Θα δικάζαμε την Ιωάννα για τα like – δεν έχω αμφιβολία. Δεν αποκλείω και τώρα κάπου να συμβαίνει: απλά είναι τόσο άδικο αυτό που έπαθε το κορίτσι που κανείς δεν τολμά να πει ότι φταίει η ίδια για την ομορφιά της. Πάλι καλά.

Καλώς όρισες στον κόσμο

Κάποιος θα πει ότι η επίδειξη της ομορφιάς είναι κάτι επικίνδυνο με όλους αυτούς τους ψυχάκηδες που κυκλοφορούν εκεί έξω: η απάντηση σε όποιον το λέει είναι «καλώς όρισες στον πραγματικό κόσμο». Αν δεν υπήρχε το διαδίκτυο θα υπήρχε μια πλατεία που μια κοπέλα πίνει τον καφέ της, η πλαζ που πάει για μπάνιο, ο χώρος της δουλειάς της, το μπαλκόνι της, η ζωή της η ίδια στην οποία θέλει να κυκλοφορεί ως όμορφη – είναι δικαίωμά της. Είναι επίσης δικαίωμά της να ρετουσάρει όσο θέλει τις φωτογραφίες της, να ανεβάσει όσες η ίδια κρίνει όμορφες, να πάρει χιλιάδες like και καρδούλες και χειροκροτήματα και σχόλια. Και είναι δικαίωμά μας να την φλερτάρουμε και να την καμαρώνουμε γιατί υπάρχει. Και να την συμπονούμε για ό,τι της συνέβη γιατί είναι όμορφη. Κι όχι γιατί έχει μια σελίδα κάπου στο ίντερνετ…